σκάλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκάλα | σκάλες |
| γενική | σκάλας | |
| αιτιατική | σκάλα | σκάλες |
| κλητική | σκάλα | σκάλες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σκάλα θηλυκό
- κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
- κλίμακα με κυλιόμενα σκαλοπάτια, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα)
- μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο
- αποβάθρα, λιμάνι
- επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι)