σκέψη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκέψη | σκέψεις |
| γενική | σκέψης | σκέψεων |
| σκέψεως | ||
| αιτιατική | σκέψη | σκέψεις |
| κλητική | σκέψη | σκέψεις |
Ετυμολογία
- σκέψη < αρχαία ελληνική σκέψις
Προφορά
Ουσιαστικό
σκέψη θηλυκό
- παραγωγική διαδικασία του νου και της νόησης που περιλαμβάνει την κρίση και τους συλλογισμούς
- δεν μπορώ να καταλάβω με ποια σκέψη μου φέρεσαι έτσι
- (συνεκδοχικά) ό,τι σκέφτεται κάποιος για ένα θέμα
- δεν έκανα καμία σκέψη για τη γιορτή
- ο τρόπος με τον οποίο σκέφτεται και πράττει κάποιος
- είναι άνθρωπος με ώριμη / επιπόλαιη / συγκροτημένη / επίπεδη σκέψη
- η θεωρία και οι απόψεις που έχει κάποιος συνολικά για ένα φαινόμενο, ο τρόπος ερμηνείας και ανάλυσής του
- στην πλατωνική σκέψη ανώτερη θέση έχουν οι Ιδέες
Εκφράσεις
- ακόμη και στη σκέψη ότι.... : αρκεί να σκεφτεί κάποιος ότι (χωρίς να ισχύει)....
- βάζω κάποιον σε σκέψεις : προβληματίζω
- διαβάζω τη σκέψη κάποιου : καταλαβαίνω τι σκέφτεται
- δεξαμενή σκέψης
- είμαι στη σκέψη κάποιου : καταλαβαίνω τι σκέφτεται, σκέφτομαι με τον ίδιο τρόπο
- θέλει (και) σκέψη; : για κάτι που δε χωράει δισταγμό
- κατόπιν σκέψεως : μετά από σκέψη
- μεταβίβαση σκέψης : η ικανότητα που φέρεται ότι έχουν κάποιοι να μεταβιβάζουν τη σκέψη τους σε άλλους που βρίσκονται σε απόσταση
- μπαίνω σε σκέψεις : προβληματίζομαι
- ούτε σκέψη! : αποκλείεται, ούτε συζήτηση
Συνώνυμα
ό,τι σκέφτεται κάποιος
θεωρία, απόψεις, ερμηνεία
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Μεταφράσεις
σκέψη
|
|