σκαθάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκαθάρι σκαθάρια
γενική σκαθαριού σκαθαριών
αιτιατική σκαθάρι σκαθάρια
κλητική σκαθάρι σκαθάρια
Σκαθάρι το κολεόπτερο
Σκαθάρι το ψάρι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ska.ˈθa.ɾi/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκαθάρι < μεσαιωνική ελληνική σκανθάριον < μεσαιωνική ελληνική σκάνθαρος < αρχαία ελληνική κάνθαρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκαθάρι ουδέτερο

  1. (εντομολογία) είδος κολεόπτερου
  1. (ιχθυολογία) είδος ψαριού με αγκαθωτά πτερύγια, συγγενικό με τον σπάρο και τον σαργό, κάνθαρος ο γνήσιος (Spondyliosoma cantharus)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ασκάθαρος, βαγιούνο, βαζιούνο

32πχ Μεταφράσεις[]