σκακιέρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκακιέρα | σκακιέρες |
| γενική | σκακιέρας | |
| αιτιατική | σκακιέρα | σκακιέρες |
| κλητική | σκακιέρα | σκακιέρες |
Ετυμολογία [
]
- σκακιέρα < ιταλική scacchiera
Ουσιαστικό [
]
σκακιέρα θηλυκό
- η επιφάνεια πάνω στην οποία παίζεται το σκάκι· είναι χωρισμένη σε 8Χ8 τετράγωνα, χρωματισμένα εναλλάξ με ανοιχτό και σκούρο χρώμα
- (μεταφορικά) πεδίο αντιπαράθεσης
- «Ματ» της Ουάσιγκτον στη σκακιέρα των αγωγών φυσικού αερίου στα Βαλκάνια (τίτλος άρθρου από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31 Ιουλίου 2010)
Δείτε επίσης [
]
- σκακιέρα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις [
]
σκακιέρα