σκακιέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκακιέρα σκακιέρες
γενική σκακιέρας
αιτιατική σκακιέρα σκακιέρες
κλητική σκακιέρα σκακιέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκακιέρα < ιταλική scacchiera
μια σκακιέρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκακιέρα θηλυκό

  1. η επιφάνεια πάνω στην οποία παίζεται το σκάκι· είναι χωρισμένη σε 8Χ8 τετράγωνα, χρωματισμένα εναλλάξ με ανοιχτό και σκούρο χρώμα
  2. (μεταφορικά) πεδίο αντιπαράθεσης
    «Ματ» της Ουάσιγκτον στη σκακιέρα των αγωγών φυσικού αερίου στα Βαλκάνια (τίτλος άρθρου από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31 Ιουλίου 2010)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []


32πχ Μεταφράσεις[]