σκαλίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκαλίζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

  1. ανακατεύω την επιφάνεια του χώματος χρησιμοποιώντας, συνήθως, ειδικό εργαλείο
  2. (ειδικότερα) ανακατεύω τα κάρβουνα ή τα ξύλα σε φωτιά
    σκαλίστε τη φωτιά από κάτω για δυναμώσει
  3. (ειδικότερα) (για την ανθρώπινη μύτη) ψαχουλεύω με το δάχτυλό μου στο εσωτερικό της μύτης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα ψαρεύω
  4. (ειδικότερα) (για σπυρί ή πληγή) ξύνω
  5. (κατ’ επέκταση) (για ζώα) σκάβω ελαφριά με τα πόδια
  6. (κατ’ επέκταση) ανακατεύω πράγματα ψάχνωντας για κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα ψαχουλεύω
  7. (μεταφορικά) περιεργάζομαι το εσωτερικό κάποιου αντικειμένου πειράζοντας κάτι μέσα σε αυτό με αποτέλεσμα να το χαλάσω ή να κινδυνεύει να χαλάσει
    κάποιος σκάλισε πάλι το φακό και δεν δουλεύει τώρα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα πειράζω
  8. χαράζω, στην επιφάνεια κάποιου υλικού, σχέδια ή γράμματα
    έχουν σκαλίσει πάνω στον δέντρο μια καρδιά και τα αρχικά τους
  9. (μεταφορικά) ερευνώ κάποιο θέμα με πιο λεπτομερή τρόπο

Εκφράσεις[]

  • τα σκαλίζω: (συνήθως αρνητικά ή έρωτηματικά) κάνω έρευνα για κάποιο θέμα που θεωρείται ότι έχει λήξει
    αν δεν τα σκάλιζες θα ήμασταν ακόμα μια χαρά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]