σκαλίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σκαλίζω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
- ανακατεύω την επιφάνεια του χώματος χρησιμοποιώντας, συνήθως, ειδικό εργαλείο
- (ειδικότερα) ανακατεύω τα κάρβουνα ή τα ξύλα σε φωτιά
- σκαλίστε τη φωτιά από κάτω για δυναμώσει
- (ειδικότερα) (για την ανθρώπινη μύτη) ψαχουλεύω με το δάχτυλό μου στο εσωτερικό της μύτης
- (ειδικότερα) (για σπυρί ή πληγή) ξύνω
- (κατ' επέκταση) (για ζώα) σκάβω ελαφριά με τα πόδια
- (κατ' επέκταση) ανακατεύω πράγματα ψάχνωντας για κάτι
- (μεταφορικά) περιεργάζομαι το εσωτερικό κάποιου αντικειμένου πειράζοντας κάτι μέσα σε αυτό με αποτέλεσμα να το χαλάσω ή να κινδυνεύει να χαλάσει
- χαράζω, στην επιφάνεια κάποιου υλικού, σχέδια ή γράμματα
- έχουν σκαλίσει πάνω στον δέντρο μια καρδιά και τα αρχικά τους
- (μεταφορικά) ερευνώ κάποιο θέμα με πιο λεπτομερή τρόπο
[
] Εκφράσεις
- τα σκαλίζω: (συνήθως αρνητικά ή έρωτηματικά) κάνω έρευνα για κάποιο θέμα που θεωρείται ότι έχει λήξει
- αν δεν τα σκάλιζες θα ήμασταν ακόμα μια χαρά
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Κλίση
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
[
]
Μεταφράσεις
σκαλίζω