σκαλωσιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκαλωσιά σκαλωσιές
γενική σκαλωσιάς σκαλωσιών
αιτιατική σκαλωσιά σκαλωσιές
κλητική σκαλωσιά σκαλωσιές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σκαλωσιά < μεσαιωνικά ελληνικά σκαλωσία < σκαλώνω

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ska.lɔ.ˈsça/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σκαλωσιές

σκαλωσιά θηλυκό

  • προσωρινή κατασκευή από σιδερένιες δοκούς και σανίδες που στήνεται για να διευκολυνθούν οι επισκευές ή το βάψιμο ενός κτηρίου

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες