σκαμνί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκαμνί | σκαμνιά |
| γενική | σκαμνιού | σκαμνιών |
| αιτιατική | σκαμνί | σκαμνιά |
| κλητική | σκαμνί | σκαμνιά |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
σκαμνί ουδέτερο
- πτυσσόμενο σκαμνί
[
] Εκφράσεις
- καθίζω κάποιον στο σκαμνί: μηνύω, καταγγέλλω κάποιον, τον στέλνω στο δικαστήριο
- κάθομαι στο σκαμνί: λογοδοτώ