σκατό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σκατό < μεσαιωνική ελληνική σκατόν, του οποίου ο πληθυντικός είναι σκατά και προέρχεται από το αρχαίο σκῶρ (γενική: του σκατός)
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκατό | σκατά |
| γενική | σκατού | σκατών |
| αιτιατική | σκατό | σκατά |
| κλητική | σκατό | σκατά |
σκατό ουδέτερο
- κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ανθρώπου
- κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ζώου
- (μεταφορικά) ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει άτομα νεαρής ηλικίας
- αυτό το παιδί είναι μια σταλιά σκατό και αντιμιλάει στους μεγάλους
Εκφράσεις [
]
- σκατά!: (χυδαίο) αναφώνηση εκνευρισμού
- τα έκανε σκατά! : τα έκανε άνω κάτω, τα θαλάσσωσε, τα μπέρδεψε, τα έκανε μαντάρα