σκατό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκατό < μεσαιωνική ελληνική σκατόν, του οποίου ο πληθυντικός είναι σκατά και προέρχεται από το αρχαίο σκῶρ (γενική: του σκατός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκατό σκατά
γενική σκατού σκατών
αιτιατική σκατό σκατά
κλητική σκατό σκατά

σκατό ουδέτερο

  1. κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ανθρώπου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αποπάτημα, αφόδευμα, κόπρανο, κουράδι, μαγαρισιά, περίττωμα, σταρόλασπη, τσιρλιά
  2. κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ζώου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βουρβουλιά, καβαλίνα, κατσίπορδο, κοπριά, κουράδι, κουτσουλιά, μυγόχεσμα, ποντικοκούραδο, σβουνιά, ψυλλόχεσμα
  3. (μεταφορικά) ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει άτομα νεαρής ηλικίας
    αυτό το παιδί είναι μια σταλιά σκατό και αντιμιλάει στους μεγάλους

Εκφράσεις[]

  • σκατά!: (χυδαίο) αναφώνηση εκνευρισμού
  • τα έκανε σκατά! : τα έκανε άνω κάτω, τα θαλάσσωσε, τα μπέρδεψε, τα έκανε μαντάρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]