σκεπάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σκεπάζω < αρχαία ελληνική σκεπάζω < σκέπω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /scɛ.ˈpa.zɔ/
[
]
Ρήμα
σκεπάζω, παθητικό: σκεπάζομαι
- καλύπτω εντελώς
- το χιόνι σκέπαζε το δρόμο
- (ειδικότερα) τοποθετώ ένα σκέπασμα ή κάλυμμα ή πώμα πάνω από κάτι/κάποιον
- τοποθετώ σκεπή σε ένα χώρο, στεγάζω
- (μεταφορικά) συγκαλύπτω κάτι το παράνομο