σκηνοθέτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκηνοθέτης σκηνοθέτες
γενική σκηνοθέτη σκηνοθετών
αιτιατική σκηνοθέτη σκηνοθέτες
κλητική σκηνοθέτη σκηνοθέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκηνοθέτης < σκηνή + -ο- + -θέτης (< αρχαία ελληνική τίθημι) (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά) metteur en scène)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκηνοθέτης αρσενικό (θηλυκό: σκηνοθέτρια & σκηνοθέτιδα & (λόγιο) σκηνοθέτις)

  • ο καλλιτέχνης που ασχολείται με την σκηνοθεσία θεατρικής παράστασης, κινηματογραφικής ταινίας, τηλεοπτικού προγράμματος, θεάματος ή τελετής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]