σκοπός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκοπός σκοποί
γενική σκοπού σκοπών
αιτιατική σκοπό σκοπούς
κλητική σκοπέ σκοποί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σκοπός < αρχαία ελληνική σκοπός < σκέπτομαι

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σκοπός αρσενικό

  1. αναγνωρισμένη επιθυμητή κατάσταση, στόχος
  2. φρουρός, φύλακας, κάποιος που κάνει σκοπιά στο στρατό ή αλλού
  3. η μελωδία τραγουδιού (απόδοση στα ελληνικά του motivo και motif, δηλ. των αντίστοιχων μουσικών όρων στα ιταλικά και γαλλικά)

[] Εκφράσεις

  • ο σκοπός αγιάζει τα μέσα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους:
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες