σκοτεινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική σκοτεινός σκοτεινή σκοτεινό
γενική σκοτεινού σκοτεινής σκοτεινού
αιτιατική σκοτεινό σκοτεινή σκοτεινό
κλητική σκοτεινέ σκοτεινή σκοτεινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκοτεινοί σκοτεινές σκοτεινά
γενική σκοτεινών σκοτεινών σκοτεινών
αιτιατική σκοτεινούς σκοτεινές σκοτεινά
κλητική σκοτεινοί σκοτεινές σκοτεινά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκοτεινός < αρχαία ελληνική σκοτεινός < σκότος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /skɔ.ti.ˈnɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /skɔ.ti.ˈni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /skɔ.ti.ˈnɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

σκοτεινός, -ή, -ό

  1. που δε φωτίζεται
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φωτεινός
    η σκοτεινή πλευρά της σελήνης
  2. (χρώμα) χωρίς λάμψη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σκούρος
  3. (μεταφορικά) μυστηριώδης, περίπλοκος
  4. (μεταφορικά) χωρίς σαφήνεια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δυσνόητος
  5. (μεταφορικά) που έχει κακία ή δόλο
    σκοτεινές σχέσεις / συναλλαγές / επαφές
  6. (μεταφορικά) αβέβαιος, ζοφερός, δυσοίωνος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκοτεινός < σκότος

Open book 01.svg Επίθετο[]

σκοτεινός, ή, όν

  1. σκοτεινός
  2. σκούρος, σκιερός
    τά γοῦν κοῖλα καί τά ὑψηλά και τά σκοτεινά καί τά φωτεινά καί τά σκληρά...σώματα διά τῶν χρωμάτων ἀπεικάζοντες ἐκμιμεῖσθε :...οι σκιές, τα σκούρα <σε μια ζωγραφιά> (Ξενοφω.)
  3. ασαφής, δυσνόητος
  4. απομονωμένος, δυσπρόσιτος, προστατευμένος στο σκοτάδι, ίσως επειδή θέλει κάτι να κρύψει ή και όχι
    σκοτεινὸν ζῆν : που περιφρουρεί την ιδιωτική του ζωή περισσότερο από το μέσο όρο
  5. τυφλός
    σκοτεινόν ὄμμα
  6. πιθανόν επικίνδυνος
    τόπος σκοτεινός και δυσδιερεύνητος”