σκουλήκι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκουλήκι | σκουλήκια |
| γενική | σκουληκιού | σκουληκιών |
| αιτιατική | σκουλήκι | σκουλήκια |
| κλητική | σκουλήκι | σκουλήκια |
Ετυμολογία [
]
- σκουλήκι < αρχαία ελληνική σκώληξ
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /sku.ˈli.ci/
Ουσιαστικό [
]
σκουλήκι ουδέτερο
- (ζωολογία) μικρό ερπετό ζώο χωρίς σπονδύλους, σκελετό και άκρα, με σωληνοειδές και μακρουλό σώμα, το οποίο χωρίζεται σε μικρά τμήματα
- η κάμπια των εντόμων
- (μεταφορικά) τιποτένιος και γλοιώδης χαρακτήρας ανθρώπου
-
- ένα σκουλήκι ήσουν, για αυτό δεν κέρδισες τίποτε!
-
- (μεταφορικά) βασανιστικό συναίσθημα ή έμμονη ιδέα