σκουλήκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκουλήκι σκουλήκια
γενική σκουληκιού σκουληκιών
αιτιατική σκουλήκι σκουλήκια
κλητική σκουλήκι σκουλήκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκουλήκι < αρχαία ελληνική σκώληξ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sku.ˈli.ci/
ένα σκουλήκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σκουλήκι ουδέτερο

  1. (ζωολογία) μικρό ερπετό ζώο χωρίς σπονδύλους, σκελετό και άκρα, με σωληνοειδές και μακρουλό σώμα, το οποίο χωρίζεται σε μικρά τμήματα
  2. η κάμπια των εντόμων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: προνύμφη
  3. (μεταφορικά) τιποτένιος και γλοιώδης χαρακτήρας ανθρώπου
    ένα σκουλήκι ήσουν, για αυτό δεν κέρδισες τίποτε!
  4. (μεταφορικά) βασανιστικό συναίσθημα ή έμμονη ιδέα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σαράκι
    το σκουλήκι της ζήλειας τον κατέτρωγε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]