σκουριά

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σκουριά < αρχαία ελληνική σκωρία < σκῶρ (περίττωμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

σκουριά θηλυκό

  • οξείδιο που δημιουργείται στην επιφάνεια μεταλλικών αντικειμένων
τα κάγκελα δεν είχαν βαφτεί καλά και έπιασαν σκουριά

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες