σκούπα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκούπα | σκούπες |
| γενική | σκούπας | σκουπών |
| αιτιατική | σκούπα | σκούπες |
| κλητική | σκούπα | σκούπες |
[
]
Ετυμολογία
σκούπα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
σκούπα θηλυκό
- μέσο για την απομάκρυνση σκόνης και σκουπιδιών από μια επιφάνεια όπως ένας δρόμος, ένα πάτωμα κλπ
- πράξη που έχει μεγάλη έκταση και επιφέρει σημαντικές αλλαγές
- Αλλαγές-σκούπα εξήγγειλε ο υπουργός στο ασφαλιστικό ξεκινώντας κύμα απεργιών
- Θα πέσει σκούπα σε όλα τα παλιοπράγματα που μαζεύτηκαν στο σαλόνι