σκούπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκούπα σκούπες
γενική σκούπας σκουπών
αιτιατική σκούπα σκούπες
κλητική σκούπα σκούπες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σκούπα < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σκούπα θηλυκό

Σκούπες
  • μέσο για την απομάκρυνση σκόνης και σκουπιδιών από μια επιφάνεια όπως ένας δρόμος, ένα πάτωμα κλπ
  • πράξη που έχει μεγάλη έκταση και επιφέρει σημαντικές αλλαγές
Αλλαγές-σκούπα εξήγγειλε ο υπουργός στο ασφαλιστικό ξεκινώντας κύμα απεργιών
Θα πέσει σκούπα σε όλα τα παλιοπράγματα που μαζεύτηκαν στο σαλόνι

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες