σκυλί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκυλί | σκυλιά |
| γενική | σκυλιού | σκυλιών |
| αιτιατική | σκυλί | σκυλιά |
| κλητική | σκυλί | σκυλιά |
[
]
Ετυμολογία
- σκυλί < μεσαιωνική ελληνική σκυλί < σκυλίον υποκοριστικό του σκύλος
[
]
Ουσιαστικό
σκυλί ουδέτερο
- ο σκύλος (→ βλέπε λέξη)
- (μεταφορικά) σκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες
- (μειωτικά) γυναίκα υπερβολικά προκλητική και συνήθως άσχημη
[
] Εκφράσεις
- αγαρηνά σκυλιά: υβριστικός χαρακτηρισμός των μωαμεθανών από τους χριστιανούς κατά την Τουρκοκρατία
- γίνομαι σκυλί: θυμώνω πάρα πολύ
- σαν το σκυλί: ως επίταση για κάτι που κάνει κάποιος σε μαγάλο βαθμό, υπερβολικά
- δουλεύει σαν το σκυλί (δουλεύει ασταμάτητα κι αγόγγυστα)
- σαν το σκυλί στ' αμπέλι: για άνθρωπο που πέθανε ή τον σκότωσαν και τον παράτησαν νεκρό με τρόπο άσπλαχνο
[
]
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
σκυλί
|
→ δείτε τη λέξη: σκύλος |