σκόνη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκόνη | σκόνες |
| γενική | σκόνης | (σκονών) |
| αιτιατική | σκόνη | σκόνες |
| κλητική | σκόνη | σκόνες |
Ετυμολογία [
]
- σκόνη < αρχαία ελληνική κόνις
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
σκόνη θηλυκό
- τριμμένο χώμα που αιωρείται στον αέρα ή κατακάθεται αργότερα σε επιφάνειες
- δούλευε στο νταμάρι και είναι γεμάτος σκόνη
- φύσηξε δυνατός αέρας και σήκωσε σκόνη από τους ξερούς χωματόδρομους
συνώνυμα: κονιορτός, κουρνιαχτός
- στερεή ουσία που έχει τριφτεί και αποτελείται από πολύ μικρούς και λεπτούς κόκκους
[
]
- σκονάκι
- σκονίζω
- ξεσκονίζω
- ξεσκονόπανο
- → δείτε τη λέξη: κόνις
Εκφράσεις [
]
- κάνω κάποιον σκόνη: τον νικώ θριαμβευτικά, τον εξουθενώνω
- έφαγε τη σκόνη μου: έτρεχα πολύ γρήγορα και δεν μπορούσε να με φτάσει