σκόπελος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκόπελος σκόπελοι
γενική σκοπέλου σκοπέλων
αιτιατική σκόπελο σκοπέλους
κλητική σκόπελε σκόπελοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σκόπελος < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σκόπελος αρσενικό

  1. (γεωγραφία) βράχια που εξέχουν από τη θάλασσα, με επιφάνεια που εξέχει να είναι πολύ μικρή, για να χαρακτηριστούν ως νησί.


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες