σκόρδο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκόρδο | σκόρδα |
| γενική | σκόρδου | σκόρδων |
| αιτιατική | σκόρδο | σκόρδα |
| κλητική | σκόρδο | σκόρδα |
[
]
Ετυμολογία
- σκόρδο < αρχαία ελληνική σκόροδον
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σκόρδο ουδέτερο
2 κεφάλια (το ένα ολόκληρο) και 2 σκελίδες σκόρδου
- φυτό του γένους Allium, με βολβοειδή ρίζα, που έχει έντονη μυρωδιά και χρησιμοποιείται ευρέως στη μαγειρική (επιστημονική ονομασία:Allium sativum)
- o βολβός του φυτού αυτού που χρησιμοποιείται στη μαγειρική για την έντονη μυρωδιά του και τη χαρακτηριστική του καυστική γεύση
[
] Εκφράσεις
- σκόρδο! (ή σκόρδα! ή φτου, σκόρδο! ή φτου σκόρδα!) συνήθως ακολουθούμενο από τη φράση να μη σε ματιάσω: για να αποτραπεί η βασκανία σε περιπτώσεις μεγάλου θαυμασμού
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
- σκόρδο στη Βικιπαίδεια
