σμήνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σμήνος | σμήνη |
| γενική | σμήνους | σμηνών |
| αιτιατική | σμήνος | σμήνη |
| κλητική | σμήνος | σμήνη |
[
]
Ετυμολογία
- σμήνος < αρχαία ελληνική σμῆνος < ἑσμός < ἕζομαι
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σμήνος ουδέτερο
- πλήθος εντόμων ή πραγμάτων
- (ειδικότερα) ομάδα αεροπλάνων που πετούν σε σχηματισμό
- (ειδικότερα) πλήθος μελισσών
- (συνεκδοχικά) η κυψέλη
- (αστρονομία) πυκνή συγκέντρωση αστέρων ή γαλαξιών