σμεουριά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σμεουριά < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
σμεουριά θηλυκό
- (βοτανική) αγκαθωτός θάμνος (λατινικό όνομα Rubus idaeus) με ωοειδή ή λογχοειδή οδοντωτά φύλλα και μικρά λευκά άνθη με πέντε πέταλα· παράγει μικρούς κόκκινους εδώδιμους καρπούς (σμέουρα)
[
]
Μεταφράσεις
σμεουριά