σμόκιν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- σμόκιν < αγγλική smoking
Ουσιαστικό
σμόκιν ουδέτερο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Πίνακας περιεχομένων |
σμόκιν ουδέτερο