σμόκιν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σμόκιν < αγγλική smoking
[
]
Ουσιαστικό
σμόκιν ουδέτερο άκλιτο