σοκολάτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σοκολάτα σοκολάτες
γενική σοκολάτας σοκολατών
αιτιατική σοκολάτα σοκολάτες
κλητική σοκολάτα σοκολάτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σοκολάτα < γαλλική chocolat < ιταλική cioccolata < ισπανική, chocolate < chocolāti των Αζτέκων

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /sɔ.kɔ.ˈla.ta/
κομμάτια συμπαγούς σοκολάτας με ξηρούς καρπούς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σοκολάτα θηλυκό

  1. ζαχαροπλαστικό προϊόν που παρασκευάζεται από αλεσμένους σπόρους κακάο, οι οποίοι πρώτα έχουν καβουρντιστεί και αποφλοιωθεί
  2. (συνεκδοχικά) συμπαγές γλύκισμα που έχει βάση ή επίστρωση το παραπάνω προϊόν. Συχνά, περιέχει γάλα, ζάχαρη, ξηρούς καρπούς κ.λπ.
  3. (συνεκδοχικά) γαρνιτούρα ή γέμιση από το παραπάνω προϊόν
  4. (συνεκδοχικά) ρόφημα που παρασκευάζεται με το παραπάνω προϊόν, διαλύοντάς το σε νερό με ζάχαρη ή γάλα, και που πίνεται ζεστό ή κρύο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]