σοσιαλισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σοσιαλισμός σοσιαλισμοί
γενική σοσιαλισμού σοσιαλισμών
αιτιατική σοσιαλισμό σοσιαλισμούς
κλητική σοσιαλισμέ σοσιαλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοσιαλισμός < απόδοση του γαλλικού ορου socialisme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοσιαλισμός αρσενικό

  1. οικονομική και κοινωνική θεωρία με αρκετά διαφοροποιημένες μεταξύ τους ερμηνείες και τάσεις από τη γένεσή της μέχρι τον 21ο αιώνα, αλλά που σε γενικές γραμμές υιοθετεί τον κοινωνικό ή κρατικό έλεγχο (μερικώς ή απολύτως) των μέσων παραγωγής και της κατανομής του εισοδήματος
    σοσιαλισμός ουτοπικός, επιστημονικός, υπαρκτός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]