σουπιέρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σουπιέρα | σουπιέρες |
| γενική | σουπιέρας | |
| αιτιατική | σουπιέρα | σουπιέρες |
| κλητική | σουπιέρα | σουπιέρες |
[
]
Ετυμολογία
- σουπιέρα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /su.ˈpçɛ.ɾa/
[
]
Ουσιαστικό
σουπιέρα θηλυκό