σουρεαλισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σουρεαλισμός | σουρεαλισμοί |
| γενική | σουρεαλισμού | σουρεαλισμών |
| αιτιατική | σουρεαλισμό | σουρεαλισμούς |
| κλητική | σουρεαλισμέ | σουρεαλισμοί |
Ετυμολογία [
]
- σουρεαλισμός < γαλλική surréalisme
Ουσιαστικό [
]
σουρεαλισμός αρσενικό
[
]
Μεταφράσεις [
]
σουρεαλισμός