σουρωτήρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σουρωτήρι | σουρωτήρια |
| γενική | σουρωτηριού | σουρωτηριών |
| αιτιατική | σουρωτήρι | σουρωτήρια |
| κλητική | σουρωτήρι | σουρωτήρια |
[
]
Ετυμολογία
- σουρωτήρι < σουρώνω
[
]
Ουσιαστικό
σουρωτήρι ουδέτερο
- σκεύος με διχτυωτή βάση που χρησιμοποιείται για στράγγισμα, σούρωμα