σουφραζέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σουφραζέτα σουφραζέτες
γενική σουφραζέτας
αιτιατική σουφραζέτα σουφραζέτες
κλητική σουφραζέτα σουφραζέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σουφραζέτα < αγγλική suffrage + -ette

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σουφραζέτα θηλυκό

  1. στην Αγγλία, γυναίκα που μαχόταν για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών
  2. φεμινίστρια

32πχ Μεταφράσεις[]