σούπα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σούπα | σούπες |
| Γενική | σούπας |
|
| Αιτιατική | σούπα | σούπες |
| Κλητική | σούπα | σούπες |
Ετυμολογία
Προφορά
Ουσιαστικό
ένα πιάτο σούπα
σούπα θηλυκό
- ρευστό ή παχύρευστο φαγητό που παρασκευάζεται από ζωμό κρέατος, πουλερικού, ψαριού ή λαχανικών που έχουν βράσει. Σερβίρεται σε βαθιά πιάτα και τρώγεται με κουτάλι
- (καθομιλουμένη) κάθε τροφή που ρευστοποιείται
- χτύπησε τόσο το γιαούρτι, που έγινε σούπα στο τέλος
- (μεταφορικά) καθετί που είναι χαλαρό, ανιαρό και χωρίς συνοχή
- η ταινία ήταν σούπα
- (αργκό) γλίστημα και σώριασμα
- εκεί που περπατούσε, έφαγε μια σούπα από κάτι που πάτησε