σούρουπο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σούρουπο | σούρουπα |
| γενική | σούρουπου | σούρουπων |
| αιτιατική | σούρουπο | σούρουπα |
| κλητική | σούρουπο | σούρουπα |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
σούρουπο ουδέτερο
- η ώρα της μέρας που αρχίζει να πέφτει το σκοτάδι
- το σύθαμπο, το σουρούπωμα, το λυκόφως
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
σούρουπο