σούστα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

εγκαταλελειμμένη σούστα (3) στην Αυστραλία
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σούστα σούστες
γενική σούστας
αιτιατική σούστα σούστες
κλητική σούστα σούστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σούστα < βενετική susta (ελατήριο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σούστα θηλυκό

  1. ελατήριο
  2. ονομασία διαφόρων τοπικών, παραδοσιακών χορών στους οποίους οι χορευτές χορεύουν σαν να έχουν ελατήρια στα πόδια
  3. παλαιότερο είδος άμαξας με δύο τροχούς και ένα άλογο

32πχ Μεταφράσεις[]