σπάνιος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σπάνιος < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίθετο [
]
σπάνιος -α -ο
- που συμβαίνει πολύ λίγες φορές
- σε μία από τις σπάνιες εκρήξεις του θυμού του τα έσπασε όλα
- που δεν βρίσκεται εύκολα, που υπάρχει σε πολύ περιορισμένη ποσότητα
- αναζητούσε με μανία σπάνια γραμματόσημα
συνώνυμα: δυσεύρετος