σπάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπάω < αρχαία ελληνική σπάω (σπῶ)

Open book 01.svg Ρήμα[]

σπάω

(μεταβατικό)

  1. προκαλώ το διαχωρισμό ενός αντικειμένου σε δύο ή περισσότερα κομμάτια εφαρμόζοντας δύναμη
    έσπασα δυο ποτήρια καθώς μετέφερα το δίσκο
  2. (μεταφορικά) προκαλώ ένα ρήγμα σε ένα σύνολο
    στήθηκε ένας απεργοσπαστικός μηχανισμός για να σπάσει την απεργία
  3. (μεταφορικά) βάζω τέλος σε μια κατάσταση
    σπάω τη σιωπή
  4. (για ρεκόρ) καταρρίπτω
  5. (μεταβατικό) ξεπερνάω ένα όριο
    σπάω το φράγμα του ήχου

(αμετάβατο)

  1. διαχωρίζομαι σε δύο ή περισσότερα τμήματα με την επενέργεια εξωτερικής δύναμης
    το ποτήρι έπεσε κάτω και έσπασε
  2. (μεταφορικά) υφίσταμαι ένα ρήγμα
    η απεργία δεν έσπασε παρά τις επιθέσεις που δέχτηκε από τον τύπο
  3. (αργκό) φεύγω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Εκφράσεις[]

  • τη σπάω σε (κάποιον): ενοχλώ κάποιον, με τις ενέργειες ή τα σχόλια μου τον κάνω να αισθανθεί άβολα → βλέπε έκφραση: μου τη δίνει
    μου την έσπασε μ' αυτά που είπε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

σπάω, συνηρημένο: σπῶ

  1. βγάζω (π.χ. το ξίφος από τη θήκη του), τραβώ, αποσπώ
  2. προχωρώ μπροστά
  3. μαδώ
  4. ξεσκίζω
  5. παρασύρω
  6. ρουφώ
  7. αντλώ