σπάω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σπάω < αρχαία ελληνική σπάω-σπῶ
[
]
Ρήμα
σπάω ή σπάζω
(μεταβατικό)
- προκαλώ το διαχωρισμό ενός αντικειμένου σε δύο ή περισσότερα κομμάτια εφαρμόζοντας δύναμη
- έσπασα δυο ποτήρια καθώς μετέφερα το δίσκο
- (μεταφορικά) προκαλώ ένα ρήγμα σε ένα σύνολο
- στήθηκε ένας απεργοσπαστικός μηχανισμός για να σπάσει την απεργία
- (μεταφορικά) βάζω τέλος σε μια κατάσταση
- σπάω τη σιωπή
- (για ρεκόρ) καταρρίπτω
- (μεταβατικό) ξεπερνάω ένα όριο
- σπάω το φράγμα του ήχου
- (αργκό) ενοχλώ κάποιον, με τις ενέργειες ή τα σχόλια μου τον κάνω να αισθανθεί άβολα → βλέπε έκφραση: μου τη δίνει
- μου την έσπασε μ' αυτά που είπε
(αμετάβατο)
- διαχωρίζομαι σε δύο ή περισσότερα τμήματα με την επενέργεια εξωτερικής δύναμης
- το ποτήρι έπεσε κάτω και έσπασε
- (μεταφορικά) υφίσταμαι ένα ρήγμα
- η απεργία δεν έσπασε παρά τις επιθέσεις που δέχτηκε από τον τύπο
- (αργκό) φεύγω
[
]
[
]
Κλίση
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ρήμα
σπάω, συνηρημένο: σπῶ