σπασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπασμός σπασμοί
γενική σπασμού σπασμών
αιτιατική σπασμό σπασμούς
κλητική σπασμέ σπασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπασμός < αρχαία ελληνική σπασμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπασμός αρσενικό

  1. αιφνίδια ακούσια συστολή μυός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπασμός < σπάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπασμός αρσενικό

  1. σπασμός, συστολή
  2. πριαπισμός
  3. (μεταφορικά) βίαιη ξαφνική κίνηση
    σεισμόν τε τῆς γῆς καὶ σπασμὸν ἅμα γενέσθαι τῆς θαλάσσης (Πλούταρχος, Κικέρων, 32)
  4. σπασμός (μαχαιρών): το βγάλσιμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1412