σπασμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σπασμός | σπασμοί |
| γενική | σπασμού | σπασμών |
| αιτιατική | σπασμό | σπασμούς |
| κλητική | σπασμέ | σπασμοί |
[
]
Ετυμολογία
- σπασμός < αρχαία ελληνική σπασμός
[
]
Ουσιαστικό
σπασμός αρσενικό
[
]
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- σπασμός < σπάω
[
]
Ουσιαστικό
σπασμός αρσενικό
- σπασμός, συστολή
- πριαπισμός
- (μεταφορικά) βίαιη ξαφνική κίνηση
- σεισμόν τε τῆς γῆς καὶ σπασμὸν ἅμα γενέσθαι τῆς θαλάσσης (Πλούταρχος, Κικέρων, 32)
- σπασμός (μαχαιρών): το βγάλσιμο
[
]
[
]
- Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1412