σπείρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπείρα σπείρες
γενική σπείρας σπειρών
αιτιατική σπείρα σπείρες
κλητική σπείρα σπείρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπείρα < αρχαία ελληνική σπεῖρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπείρα θηλυκό

  1. καμπύλη που γράφει ένα σημείο ενώ περιστρέφεται και απομακρύνεται, προς μία κατεύθυνση, από κάποιο σταθερό σημείο
  2. μία πλήρης περιστροφή αυτής της καμπύλης
    αυτή η βίδα έχει μόνο δέκα σπείρες
  3. ομάδα παρανόμων, συμμορία
    συνελήφθη ο αρχηγός της σπείρας λαθρεμπόρων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]