σπειροειδής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική σπειροειδής σπειροειδής σπειροειδές
γενική σπειροειδούς σπειροειδούς σπειροειδούς
αιτιατική σπειροειδή σπειροειδή σπειροειδές
κλητική σπειροειδή(ς) σπειροειδής σπειροειδές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σπειροειδείς σπειροειδείς σπειροειδή
γενική σπειροειδών σπειροειδών σπειροειδών
αιτιατική σπειροειδείς σπειροειδείς σπειροειδή
κλητική σπειροειδείς σπειροειδείς σπειροειδή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπειροειδής < ελληνιστική κοινή < σπεῖρα + -ειδής
σπειροειδής γαλαξίας

Open book 01.svg Επίθετο[]

σπειροειδής, -ής, -ές

  1. που έχει τη μορφή σπείρας

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]