σπηλαιολογία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σπηλαιολογία | σπηλαιολογίες |
| γενική | σπηλαιολογίας | σπηλαιολογιών |
| αιτιατική | σπηλαιολογία | σπηλαιολογίες |
| κλητική | σπηλαιολογία | σπηλαιολογίες |
Ετυμολογία [
]
- σπηλαιολογία < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
σπηλαιολογία θηλυκό
Μεταφράσεις [
]
σπηλαιολογία