σπηλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπηλιά σπηλιές
γενική σπηλιάς σπηλιών
αιτιατική σπηλιά σπηλιές
κλητική σπηλιά σπηλιές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σπηλιά < αρχαία ελληνική σπήλαιον

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /spi.ˈʎa/
στο εσωτερικό μιας σπηλιάς

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σπηλιά θηλυκό

  1. μεγάλη κοιλότητα στο εσωτερικό βράχου που δημιουργήθηκε πιθανόν από διάβρωση ή άλλη φυσική αιτία ή από τον άνθρωπο και έχει έξοδο στην επιφάνεια της γης
    η σπηλιά του Νταβέλη

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες