σπορ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σπορ < γαλλική sport
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
σπορ ουδέτερο, άκλιτο
- οποιοδήποτε άθλημα
- πληθυντικός: γενικά, ο αθλητισμός
- του αρέσουν τα σπορ
Επίθετο [
]
σπορ άκλιτο
- που έχει αγωνιστικό χαρακτήρα
- σπορ αυτοκίνητο
- που δε χαρακτηρίζεται από επισημότητα
- σπορ εμφάνιση