σπορ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπορ < γαλλική sport

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /spɔɾ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπορ ουδέτερο, άκλιτο

  1. οποιοδήποτε άθλημα
  2. πληθυντικός: γενικά, ο αθλητισμός
    του αρέσουν τα σπορ


Open book 01.svg Επίθετο[]

σπορ άκλιτο

  1. που έχει αγωνιστικό χαρακτήρα
    σπορ αυτοκίνητο
  2. που δε χαρακτηρίζεται από επισημότητα
    σπορ εμφάνιση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]