στάθμη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στάθμη < αρχαία ελληνική στάθμη < ἳστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στάθμη θηλυκό

  1. το σημείο στο οποίο βρίσκεται η επιφάνεια ήρεμου υγρού, δηλαδή η κάθετη απόσταση από κάποια σταθερή επιφάνεια π.χ. την επιφάνεια του εδάφους ή του πάτου του δοχείου
  2. (ακουστική, ηλεκτρολογία, ηλεκτρονική, τηλεπικοινωνίες) λογαριθμική έκφραση της τιμής ενός μεγέθους ως προς την τιμή ενός ομοειδούς μεγέθους αναφοράς

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  1. Η μονάδα μέτρησης της στάθμης είναι το ντεσιμπέλ (σύμβολο: dB)
  2. Όταν πρόκειται για ενεργειακό μέγεθος (π.χ. ενέργεια, ισχύς, ένταση, ηχητική ισχύς) η στάθμη του είναι ίση με το δεκαπλάσιο του δεκαδικού λογαρίθμου του λόγου της τιμής του προς την τιμή του αντίστοιχου μεγέθους αναφοράς. Όταν πρόκειται για πεδιακό μέγεθος (π.χ. πλάτος, τάση, ρεύμα, ηχητική πίεση) η στάθμη του είναι ίση με το εικοσαπλάσιο του δεκαδικού λογαρίθμου του λόγου της τιμής του προς την τιμή του αντίστοιχου μεγέθους αναφοράς.
  3. Διπλασιασμός ενός ενεργειακού μεγέθους σημαίνει αύξηση της στάθμης του κατά τρία ντεσιμπέλ (3 dB).
  4. Στην ακουστική, η μέτρηση της στάθμης γίνεται μέσω ειδικών σταθμιστικών κυκλωμάτων A, B, C, ... οπότε η στάθμη υφίσταται στάθμιση, λέγεται σταθμισμένη στάθμη και η τιμή της συνοδεύεται με το αντίστοιχο σταθμιστικό κύκλωμα σε παρένθεση: dB(A) (διαβάζεται: ντεσιμπέλ Άλφα), dB(B), dB(C), ... Έτσι έχουμε: Α-σταθμισμένη στάθμη ηχητικής πίεσηςΑ-ηχοστάθμη), C-σταθμισμένη στάθμη ηχητικής ισχύος, ...
  5. Από τον τρόπο ορισμού της στάθμης η διαφορά στάθμης δύο μεγεθών είναι ίση με το δεκαπλάσιο ή εικοσαπλάσιο (ανάλογα με το είδος των μεγεθών) του λόγου των τιμών (μέτρων) τους (εδώ η τιμή του μεγέθους αναφοράς απαλείφεται) και εκφράζεται και αυτή σε ντεσιμπέλ.

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στάθμη < ἳστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στάθμη θηλυκό

  1. σχοινί που έχει χρώμα και χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει ενδεικτικές ευθείες επάνω σε υλικό ώστε αυτό να κοπεί ίσια
  2. τέρμα του δρόμου

Εκφράσεις[]

  • λευκὴ στάθμη εἰμὶ πρὸς τοὺς καλούς: δεν μπορώ να διακρίνω τους καλούς
  • παρὰ στάθμην: χρήση με μεταφορική σημασία που σήμαινε ακριβώς, με αυστηρότητα