στάθμη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- στάθμη < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
στάθμη θηλυκό
- το σημείο στο οποίο βρίσκεται η επιφάνεια ήρεμου υγρού
[
]
Πολυλεκτικός όρος
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
στάθμη < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
στάθμη θηλυκό
- σχοινί που έχει χρώμα και χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει ενδεικτικές ευθείες επάνω σε υλικό ώστε αυτό να κοπεί ίσια
- τέρμα του δρόμου
- (μεταφορικά) ο σκοπός
[
] Εκφράσεις
- λευκὴ στάθμη εἰμὶ πρὸς τοὺς καλούς: δεν μπορώ να διακρίνω τους καλούς
- παρὰ στάθμην: χρήση με μεταφορική σημασία που σήμαινε ακριβώς, με αυστηρότητα