στάχτη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- στάχτη < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
στάχτη
- έπεσε η στάχτη του τσιγάρου στο χαλί
- τα πάντα έγιναν στάχτη
[
] Εκφράσεις
- στάχτη στα μάτια: το ξεγέλασμα, η παραπλάνηση
- τόσην ώρα μας έριχνε στάχτη στα μάτια για να μην καταλάβουμε τις μαϊμουδιές που έκανε