στέγη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στέγη | στέγες |
| γενική | στέγης | στεγών |
| αιτιατική | στέγη | στέγες |
| κλητική | στέγη | στέγες |
Ετυμολογία [
]
- στέγη < αρχαία ελληνική στέγη, ομηρικό τέγος
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
στέγη θηλυκό
- η οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λπ.
- (συνεκδοχικά) το σπίτι, η κατοικία
- η εταιρεία ή ο οργανισμός που έχει ένα ορισμένο σκοπό να προωθήσει και να προστατεύσει
- ο χώρος που παρέχεται για την εξυπηρέτηση μιας ορισμένης, επαγγελματικής συνήθως, ανάγκης
Εκφράσεις [
]
- η Στέγη του κόσμου : το Θιβέτ, διότι αποτελεί τη μεγαλύτερη σε ύψος περιοχή της Γης