στέγη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στέγη στέγες
γενική στέγης στεγών
αιτιατική στέγη στέγες
κλητική στέγη στέγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στέγη < αρχαία ελληνική στέγη, ομηρικό τέγος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈstɛ.ʝi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπίτι με ξύλινη στέγη

στέγη θηλυκό

  1. η οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λπ.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σκεπή
  2. (συνεκδοχικά) το σπίτι, η κατοικία
  3. η εταιρεία ή ο οργανισμός που έχει ένα ορισμένο σκοπό να προωθήσει και να προστατεύσει
  4. ο χώρος που παρέχεται για την εξυπηρέτηση μιας ορισμένης, επαγγελματικής συνήθως, ανάγκης

Εκφράσεις[]

  • η Στέγη του κόσμου : το Θιβέτ, διότι αποτελεί τη μεγαλύτερη σε ύψος περιοχή της Γης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]