στέλεχος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στέλεχος | στελέχη |
| γενική | στελέχους | στελεχών |
| αιτιατική | στέλεχος | στελέχη |
| κλητική | στέλεχος | στελέχη |
[
]
Ετυμολογία
- στέλεχος < αρχαία ελληνική στέλεχος
[
]
Ουσιαστικό
στέλεχος ουδέτερο
- κορμός ή βλαστός φυτού
- το κύριο τμήμα ενός αντικειμένου
- βασικό ή ηγετικό μέλος οργανωμένου συνόλου ανθρώπων
- στα λογιστικά έντυπα, αποδείξεις, εισιτήρια κ.λπ. το φύλλο που δεν αποκόπτεται και μένει στον εκδότη
- το πιο οπίσθιο μέρος του εγκεφάλου, που συνδέει τον εγκέφαλο με το νωτιαίο μυελό. Λέγεται και εγκεφαλικό στέλεχος.
[
]
[
]
Μεταφράσεις
στέλεχος
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στέλεχος | στελέχει | στελέχη |
| Γενική | στελέχους | στελεχοῖν | στελεχῶν |
| Δοτική | στελέχει | στελεχοῖν | στελέχεσι |
| Αιτιατική | στέλεχος | στελέχει | στελέχη |
| Κλητική | στέλεχος | στελέχει | στελέχη |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
στέλεχος ουδέτερο
- κορμός φυτού, στέλεχος φυτού
- κούτσουρο
- (μεταφορικά) ο βλάκας, το τούβλο, ο χοντροκέφαλος