στήλη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στήλη | στήλες |
| γενική | στήλης | στηλών |
| αιτιατική | στήλη | στήλες |
| κλητική | στήλη | στήλες |
[
]
Ετυμολογία
- στήλη < αρχαία ελληνική στήλη
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
στήλη θηλυκό
[
] Εκφράσεις
- μένω σαν στήλη άλατος → βλέπε έκφραση: μένω άγαλμα
- σπονδυλική στήλη
[
]
- στήλη