στίγμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- στίγμα < αρχαία ελληνική στίγμα
- στίγμα για την 9η έννοια < από το μεσαιωνικό σύμβολο στίγμα για το στ και το 6 < πιθανόν από την συμπροφορά του σίγμα και του ταύ
Ουσιαστικό [
]
στίγμα ουδέτερο
- σημάδι, κηλίδα στο δέρμα, από ασθένεια ή αντίδραση σε εξωγενείς ερεθισμούς
- σημάδι σε επιφάνειες (από στάλες ή φθορές)
- τσίμπημα από βελόνα
- Τα στίγματα του τατουάζ
- (μεταφορικά) κάτι που σημαδεύει και συνήθως ντροπιάζει εκείνον που το φέρει
- Μπορεί να νοικοκυρεύτηκε, αλλά φέρει το κοινωνικό στίγμα ότι έκανε φυλακή
- ένδειξη σε μικροβιολογική εξέταση
- το στίγμα της μεσογειακής αναιμίας
- (μεταφορικά) κουκίδα, σημείο, θέση
-
- θέση στο χάρτη, σημείο που προκύπτει από την τομή συντεταγμένων και προσδιορίζει την ακριβή θέση ενός εναέριου ή πλωτού μέσου
- Δώστε μας το στίγμα σας για να σας συνδράμει πλωτό του λιμεναρχείου
- (μεταφορικά) αναφορά της γενικότερης θέσης κάποιου γεωγραφικά αλλά και ιδεολογικά
- Πήγαινε, αλλά θέλω να μου τηλεφωνείς να μου δίνεις το στίγμα σου για να μην αγωνιώ
- Θα πρέπει να δώσεις κι εσύ το στίγμα σου ξεκάθαρα πριν από τις εκλογές του σωματείου
- (μεταφορικά) αναφορά της γενικότερης θέσης κάποιου γεωγραφικά αλλά και ιδεολογικά
- Δώστε μας το στίγμα σας για να σας συνδράμει πλωτό του λιμεναρχείου
- θέση στο χάρτη, σημείο που προκύπτει από την τομή συντεταγμένων και προσδιορίζει την ακριβή θέση ενός εναέριου ή πλωτού μέσου
-
- (βοταν.) το άκρο του στύλου
- τα στίγματα είναι σημάδια που κάποιοι άνθρωποι θεωρείται ότι παρουσιάζουν στα σημεία του σώματος όπου είχε καρφωθεί ο Χριστός στο σταυρό
- το γράμμα ς (μεγαλύτερο απο το τελικό σίγμα) που συμβόλιζε το στ και το χρησιμοποιούσαν μεταξύ άλλων για συντομογραφή λέξεων όπως ο στρατός = ςρατος
[
]
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στίγμα | στιγματα |
| Γενική | στίγματος | στιγμάτων |
| Δοτική | στίγματι | στίγμασι |
| Αιτιατική | στίγμα | στίγματα |
| Κλητική | στίγμα | στίγματα |
Ετυμολογία [
]
- στίγμα < στίζω
Ουσιαστικό [
]
στίγμα ουδέτερο
- το σημάδι του δέρματος συνήθως από έγκαυμα (επειδή σημάδευαν ιέρειες ώστε να είναι γνωστό ότι ανήκουν στον θεό που υπηρετούσαν ή (αργότερα) καυτηρίαζαν κάποιους εγκληματίες αλλά και σκλάβους)
[
]
- στιγεύς : που κάνει στίγματα
- στιγματίας : που φέρει στίγματα από καυτηρισμό
- στιγμή
- στικτός