στίχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : στοίχος, στοῖχος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στίχος στίχοι
γενική στίχου στίχων
αιτιατική στίχο στίχους
κλητική στίχε στίχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στίχος < αρχαία ελληνική στίχος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈsti.xɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στίχος αρσενικό

  1. γραμμή, αράδα γραπτού κειμένου, κυρίως ποιήματος. Συγχέεται με τον στοίχο, αλλά εκείνος αφορά την ίσια γραμμή στη "στοίχηση" ανδρών, αντικειμένων κ.λπ. και όχι την ποίηση
  2. (κατ’ επέκταση) η ποιητική μορφή, η ποίηση
    ο τάδε διέπρεψε και στην πεζογραφία και στο στίχο
  3. (πληθυντικός) το κείμενο, τα λόγια ενός τραγουδιού
    στο διαδίκτυο είναι εύκολο να βρεις τους στίχους οποιουδήποτε τραγουδιού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση
Ενικός
Δυικός
Πληθυντικός
Ονομαστική στίχος στίχω στίχοι
Γενική στίχου στίχοιν στίχων
Δοτική στίχ στίχοιν στίχοις
Αιτιατική στίχον στίχω στίχους
Κλητική στίχε στίχω στίχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στίχος < στείχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στίχος αρσενικό

  1. σειρά, αράδα στρατιωτών, δέντρων κ.λπ
  2. σειρά, γραμμή ποιήματος ή πεζού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]