στίχος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στίχος | στίχοι |
| γενική | στίχου | στίχων |
| αιτιατική | στίχο | στίχους |
| κλητική | στίχε | στίχοι |
Ετυμολογία [
]
- στίχος < αρχαία ελληνική στίχος
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
στίχος αρσενικό
- γραμμή, αράδα γραπτού κειμένου, κυρίως ποιήματος. Συγχέεται με τον στοίχο, αλλά εκείνος αφορά την ίσια γραμμή στη "στοίχηση" ανδρών, αντικειμένων κ.λπ. και όχι την ποίηση
- (κατ' επέκταση) η ποιητική μορφή, η ποίηση
- ο τάδε διέπρεψε και στην πεζογραφία και στο στίχο
- (πληθυντικός) το κείμενο, τα λόγια ενός τραγουδιού
- στο διαδίκτυο είναι εύκολο να βρεις τους στίχους οποιουδήποτε τραγουδιού
[
]
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
|
|
|
|
|
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στίχος | στίχω | στίχοι |
| Γενική | στίχου | στίχοιν | στίχων |
| Δοτική | στίχῳ | στίχοιν | στίχοις |
| Αιτιατική | στίχον | στίχω | στίχους |
| Κλητική | στίχε | στίχω | στίχοι |
Ετυμολογία [
]
- στίχος < στείχω
Ουσιαστικό [
]
στίχος αρσενικό