σταματώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σταματώ < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
σταματώ
- (μεταβατικό) διακόπτω μια ενέργεια ενός άλλου ανθρώπου ή πράγματος
- σταμάτα τον πριν κάνει κάτι που θα το μετανιώσει
- (μεταβατικό) διακόπτω μια δική μου ενέργεια
- σταμάτα τις ανοησίες
- (αμετάβατο) παύω να κινούμαι
- το αυτοκίνητο δεν σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι