στατιστική
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στατιστική | στατιστικές |
| γενική | στατιστικής | στατιστικών |
| αιτιατική | στατιστική | στατιστικές |
| κλητική | στατιστική | στατιστικές |
Ετυμολογία [
]
- στατιστική
- < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου στατιστικός
- < από γερμανικό όρο του 1798 για ανάλυση δεδομένων για το κράτος < ίσως από τη λατινική λεξη statista (για πολιτικές, κρατικές δηλώσεις) < αβέβαιο παρελθόν, μη αποκλειομένων των ελληνικών στατίζω, στατός και σταθμίζω
Ουσιαστικό [
]
στατιστική θηλυκό
- η επιστήμη της μέτρησης, καταγραφής και ανάλυσης αριθμητικών δεδομένων που έχουν ιδιαίτερη σημασία για κάποιο τομέα είτε για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με το παρελθόν ή για εκτίμηση του μέλλοντος με το νόμο των πιθανοτήτων για θέματα υγείας, την πρόβλεψη σεισμών ή επιδημιών, την πορεία μιας επιχείρησης, την παιδεία, την πορεία των οικονομικών μιας οικογένειας κ.λπ.
-
- Η επιδημιολογική ανάλυση, η χρονική μεταβολή του προσδόκιμου ζωής, η εικόνα της εξέλιξης της κοινωνίας όπως προκύπτει από τις αλλαγές σε οικονομικά μεγέθη αλλά και στον αριθμό των εισακτέων στα Πανεπιστήμια, από την αλλαγή στον αριθμό των μονογονεϊκών νοικοκυριών κ.λπ., όλα αυτά είναι δυνατόν να εκτιμηθούν χάρη στη στατιστική επιστήμη
Μεταφράσεις [
]
στατιστική
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
στατιστική
- θηλυκό του στατιστικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού