σταυρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σταυρώνω < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ρήμα

σταυρώνω, παρατ.: σταύρωνα, στιγμ. μέλλ.: θα σταυρώσω, αόρ.: σταύρωσα , παθ.φωνή: σταυρώνομαι , μτχ.π.π.: σταυρωμένος

  1. δένω ή καρφώνω κάποιον πάνω σε σταυρό μέχρι να πεθάνει
  2. (μεταφορικά) βασανίζω κάποιον, τον κάνω να υποφέρει
    με σταύρωσε τόση ώρα με την πολυλογία του
  3. σχηματίζω το σημείο του σταυρού ως ευλογία και αποτρεπτικό του κακού
  4. τοποθετώ δύο αντικείμενα το ένα πάνω στο άλλο και χιαστί
    • (μεταφορικά) σταυρώνω τα χέρια: κρατάω παθητική στάση, μένω αδρανής και δεν παίρνω πρωτοβουλία ούτε αντιδρώ


[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

δείτε τη λέξη: σταυρός

[] Εκφράσεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη