σταυρώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σταυρώνω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
σταυρώνω, παρατ.: σταύρωνα, στιγμ. μέλλ.: θα σταυρώσω, αόρ.: σταύρωσα , παθ.φωνή: σταυρώνομαι , μτχ.π.π.: σταυρωμένος
- δένω ή καρφώνω κάποιον πάνω σε σταυρό μέχρι να πεθάνει
- (μεταφορικά) βασανίζω κάποιον, τον κάνω να υποφέρει
- με σταύρωσε τόση ώρα με την πολυλογία του
- σχηματίζω το σημείο του σταυρού ως ευλογία και αποτρεπτικό του κακού
- τοποθετώ δύο αντικείμενα το ένα πάνω στο άλλο και χιαστί
- (μεταφορικά) σταυρώνω τα χέρια: κρατάω παθητική στάση, μένω αδρανής και δεν παίρνω πρωτοβουλία ούτε αντιδρώ
[
]
- → δείτε τη λέξη: σταυρός