στενός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στενός στενή στενό
γενική στενού στενής στενού
αιτιατική στενό στενή στενό
κλητική στενέ στενή στενό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στενοί στενές στενά
γενική στενών στενών στενών
αιτιατική στενούς στενές στενά
κλητική στενοί στενές στενά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στενός < αρχαία ελληνική στενός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stɛ.ˈnɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στενός

  1. που έχει μικρό πλάτος
  2. (μεταφορικά) περιορισμένος
    στενοί ορίζοντες, με τη στενή έννοια
  3. κοντινός
    στενοί φίλοι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στενός < ομόρριζο με στείνω και στεῖνος, παραθετικά: στενότερος, στενότατος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στενός, ή, όν και ιωνικός τύπος στεινός

  1. ό,τι και στη νεοελληνική, στενός, συγκεκλεισμένος, περιορισμένος
  2. λιγοστός
  3. λεπτός αδύνατος
  4. δύσκολος
  5. τά στενά' : στενή δίοδος, πέρασμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]